Ο Χάιντς Κούνιο, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, υπήρξε μια από τις πιο εμβληματικές μορφές μνήμης του Ολοκαυτώματος στην Ελλάδα και από τους πρωτεργάτες της εισαγωγής και εμπορίας φωτογραφικού εξοπλισμού στη χώρα μας. Γεννημένος το 1927, μέλος της ιστορικής εβραϊκής οικογένειας Κούνιο της Θεσσαλονίκης, έζησε από παιδί την ακμή μιας πόλης που αποκαλούνταν «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων», πριν καταστραφεί σχεδόν ολοκληρωτικά η εβραϊκή της κοινότητα στον πόλεμο.
Το κατάστημα στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου 15 το 1937. Προπολεμική ονομασία της σημερινής οδού Βενιζέλου
Σε ηλικία μόλις 15 ετών, ο Κούνιο βρέθηκε στο πρώτο τρένο εκτοπισμού από τη Θεσσαλονίκη προς το Άουσβιτς το 1943. Εκεί έζησε την απόλυτη φρίκη: βία, πείνα, εξόντωση χιλιάδων ανθρώπων καθημερινά. Έχασε δεκάδες συγγενείς, ενώ ο ίδιος επιβίωσε χάρη, μεταξύ άλλων, στη γνώση της γερμανικής γλώσσας που τον έκανε χρήσιμο ως διερμηνέα. Υπέμεινε 27 μήνες καταναγκαστικής εργασίας και τις απάνθρωπες συνθήκες των στρατοπέδων, μέχρι την απελευθέρωσή του το 1945, όταν ζύγιζε μόλις 33 κιλά. Η ιστορία του συνδέεται άρρηκτα με τη μεγάλη τραγωδία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Από τους περίπου 46.000 που εκτοπίστηκαν, επέζησε ένα ελάχιστο ποσοστό. Η εξόντωση αυτή, μέρος της ναζιστικής «Τελικής Λύσης», αποτελεί μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ευρωπαϊκής ιστορίας και για δεκαετίες παρέμεινε υποτιμημένη στη συλλογική μνήμη.
Δεκαετία 1930. Πάνω: Περίοδος καρναβαλιού, εορταστικός διάκοσμος
Μετά τον πόλεμο, ο Χάιντς Κούνιο επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και συνέχισε την οικογενειακή επιχείρηση φωτογραφίας, που είχε ιδρύσει ο πατέρας του, Σαλβατώρ Κούνιο, ήδη από το 1917. Το φωτογραφείο Κούνιο αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την πόλη, συμβάλλοντας στη διατήρηση της ιστορικής της μνήμης μέσα από εικόνες. Παράλληλα, ο ίδιος αφιέρωσε τη ζωή του στη μαρτυρία: μιλούσε ανοιχτά για το Ολοκαύτωμα, κατέγραψε τις εμπειρίες του στο βιβλίο «Έζησα τον θάνατο» και συμμετείχε σε δράσεις μνήμης, επιστρέφοντας πολλές φορές στο Άουσβιτς. Η συμβολή του δεν ήταν μόνο ιστορική αλλά και ηθική. Ο Κούνιο δεν δίσταζε να τονίζει την ευθύνη της λήθης και της αδιαφορίας, επιμένοντας στο μήνυμα «Ποτέ ξανά». Παρά τον ανείπωτο πόνο, δεν μιλούσε για εκδίκηση, αλλά για μνήμη και εγρήγορση απέναντι στον φανατισμό και τον ρατσισμό. Ο θάνατός του σηματοδοτεί την απώλεια μιας ζωντανής μαρτυρίας του Ολοκαυτώματος. Μαζί του φεύγει μια φωνή που συνέδεε άμεσα το παρόν με ένα τραγικό παρελθόν, αφήνοντας όμως πίσω μια ισχυρή παρακαταθήκη: τη σημασία της ιστορικής μνήμης, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της αντίστασης απέναντι στη μισαλλοδοξία.
Δεκαετία 1970. Εξωτερική άποψη του καταστήματος στην οδό Βενιζέλου.






























