Οι πρόσφατες πρωτοβουλίες των μεγάλων εταιριών Canon, Nikon και Panasonic να ανακοινώσουν νέες σειρές full frame mirrorless φωτ. μηχανών επί της ουσίας σήμαναν και την απαρχή τριών ξεχωριστών συστημάτων βασισμένων στις μοντούρες RF, ZF και Leica L-mount, αντίστοιχα. Είναι η πρώτη φορά στη φωτογραφική ιστορία που εμφανίζονται σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα τρία νέα συστήματα γιατί, μιλώντας ρεαλιστικά, κάθε μοντούρα που προκύπτει συνεπάγεται και συνοδεύεται από νέο σύστημα φακών.
Τύποι μοντούρας
Στην πραγματικότητα, μια μοντούρα δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα στρογγυλό μεταλλικό λαιμό που λειτουργεί ως βάση προσαρμογής για φακούς. Οι
περισσότερες μοντούρες είναι τύπου μπαγιονέτ: παίρνουν το όνομά τους από τον τρόπο τοποθέτησης της ξιφολόγχης στο πυροβόλο όπλο. Έχουν τρία ή τέσσερα σημεία κουμπώματος και ασφαλίζουν με ελατήριο το οποίο απελευθερώνεται με το πάτημα ενός κουμπ
ιού. Για την προσαρμογή πρέπει να τοποθετηθεί σωστά ο φακός στο σημείο ευθυγράμμισης και να περιστραφεί προς την φορά των δεικτών του ρολογιού ή αντίθετα, ανάλογα με τη σχεδίαση. Δημοφιλή υπήρξαν και κάποια συστήματα με βιδωτή μοντούρα. Πιο αντιπροσωπευτικά στάθηκαν το Μ39 των Leica I, II και III και το Μ42 της Pentax που δεν κρατήθηκαν “κλειστά” αλλά υιοθετήθηκαν από πολλούς τρίτους κατασκευαστές. Η μπαγιονέτ προσαρμογή επεκράτησε της βιδωτής λόγω μεγαλύτερης μηχανικής ακρίβειας καθώς και της δυνατότητας προσθήκης ηλεκτρικών επαφών. Κατά τη διαδρομή της φωτογραφικής ιστορίας, μέχρι να εμφανιστούν τα πρώτα συστήματα autofocus (Μinollta Dynax 7000), η επαφή ανάμεσα σε μοντούρα και φακό ήταν αποκλειστικά μηχανική, η δε μετάδοση πληροφοριών για το επιλεγμένο διάφραγμα γινόταν επίσης με μηχανικό σύστημα. Η έλευση του autofocus επέφερε την ανάγκη για ενσωμάτωση ηλεκτρικών επαφών στη μοντούρα ώστε να περνούν διάφορες πληροφορίες για απόσταση εστίασης, zoom, διάφραγμα κλπ.

Διάμετρος μοντούρας
Θα υπέθετε κανείς ότι εφόσον μια μοντούρα αφορά συγκεκριμένο φορμά π.χ. 35mm, μεσαίο φορμά 6x6cm κλπ. θα είχε ίδια διάμετρο για όλους τους κατασκευαστές. Όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Η εσωτερική διάμετρος (λαιμός) της μοντούρας αλλάζει από εταιρία σε εταιρία για διάφορους λόγους. Ένας από αυτούς ανάγεται στον κύκλο κάλυψης που δεν είναι ταυτόσημος από φακό σε φακό και από κατασκευαστή σε κατασκευαστή. Η διάμετρος μετριέται εσωτερικά (βλ. εικόνα 1) ενώ η εξωτερική διάμετρος έχει να κάνει μόνον με την μεταλλική κατασκευή και πόσο ενίσχυση έχει προβλεφθεί (να σημειώσουμε εδώ ότι κάποιες φορές συναντάμε και πλαστικές μοντούρες φακών, προφανώς για εξοικονόμηση κόστους).
Βack flange
Ως back flange ή απλά flange distance ορίζεται η απόσταση ανάμεσα στο επίπεδο της φωτοευαίσθητης επιφάνειας (film ή αισθητήρα) και το επίπεδο που κουμπώνει ο φακός στη μοντούρα (ή αλλιώς, “μοντούρα- πρόσωπο”). Nα σημειώσουμε ότι το back flange είναι η δεύτερη μεγάλη παράμετρος (πρώτη το πεντάπρισμα) στην οποία διαφοροποιούνται οι μηχανές τύπου reflex και mirrorless. Στις τελευταίες είναι σημαντικά μειωμένο, διευκολύνοντας τη σχεδίαση συμμετρικών κατά Gauss φακών που είναι επιθυμητή, ιδιαίτερα στους ευρυγώνιους, δίνοντας καλύτερο γράψιμο (ευκρίνεια) στα άκρα της εικόνας και μείωση του φαινομένου σκοτεινιάσματος στην περιφέρεια (βινιεταρίσματος). 


Στοιχεία για όλες τις σύγχρονες μοντούρες ως full frame

Σχεδίαση μοντούρας και οπτική απόδοση
Οι διαστάσεις της μοντούρας δεν αποτελούν τυχαία επιλογή. Αντίθετα έχουν άμεσο συσχετισμό με την τελική απόδοση των φακών. Για παράδειγμα, μοντούρα με μεγάλη διάμετρο διευκολύνει τους σχεδιαστές να ενσωματώνουν μεγαλύτερα κρύσταλλα στους φακούς αυξάνοντας έτσι τη φωτοσυλλεκτική ικανότητα αλλά και την απόδοση στα άκρα (αφού αξιοποιούν κύκλο κάλυψης μικρότερο του μέγιστου δυνατού και ως γνωστόν η βέλτιστη ευκρίνεια και γράψιμο παρατηρούνται στο κέντρο του φακού και σταδιακά εξασθενούν στην περιφέρεια).
Όσο για την απόσταση back flange, η μείωσή της στάθηκε ο βασικός λόγος για την άνθηση των συστημάτων mirrorless. Στις DSLR υπήρχε (και εξακολουθεί) το εμπόδιο του συγκροτήματος αναδιπλούμενου καθρέπτη που εμποδίζει τα πίσω στοιχεία του φακού να “εισχωρήσουν” πιο πολύ στο σώμα. Έτσι “απλώνεται”αρκετά η φωτεινή δέσμη όπως διαθλάται από τα τελευταία κρύσταλλα για να καλύψει την επιφάνεια του αισθητήρα. Αντίθετα, στις mirrorless λόγω πολύ μικρότερης back flange απόστασης, μπορεί να υιοθετηθεί τηλεκεντρική κατεύθυνση της δέσμης και να έχουμε καλύτερη ευκρίνεια και ακρίβεια στα άκρα της εικόνας. Ένα -παρεπόμενο- δώρο είναι βέβαια η μείωση του πάχους του σώματος στις mirrorless με τα αντίστοιχα κέρδη και στο βάρος. Τέλος να σημειώσουμε ένα συνδυαστικό παράγοντα. Η εσωτερική διάμετρος της μοντούρας μαζί με την απόσταση back flange προσδιορίζουν τη μέγιστη εφικτή γωνία προσπτώσεως της φωτεινής δέσμης που σχηματίζουν τα οπτικά στοιχεία και καταλήγει στην φωτοευαίσθητη επιφάνεια. Όσο μεγαλώνει διευκολύνονται οι σχεδιαστές αν και υπάρχει ένα όριο ως προς την γωνία με την οποία οι μικροφακοί των pixel μπορούν να “δουν” το φως χωρίς απώλειες… (Σημ. στον πίνακα της προηγούμενης σελίδας βλέπετε την max ωφέλιμη γωνία προσπτώσεως ανάλογα με την μοντούρα). Επίσης υπάρχουν και μειονεκτήματα σε μια μεγάλης διαμέτρου μοντούρα με βασικά την αύξηση του βάρους και του μεγέθους της φωτογραφικής μηχανής.
Ανατομία μιας μοντούρας
Στην παλιά καλή εποχή του φιλμ, σχεδιαστικά η μοντούρα ήταν απλή υπόθεση. Είχε μόνον μηχανικούς συνδέσμους και μοχλούς που περνούσαν την “πληροφορία» για το διάφραγμα. Η σημερινή πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Αποσυναρμολογώντας το φακό και αφαιρώντας την πίσω βάση στην πλευρά της μοντούρας θα ανακαλύψουμε ένα σωρό ηλεκτρονικά μέρη. Τις μεταλλικές επαφές, την καλωδιοταινία, τους αισθητήρες θέσης, τη CPU του φακού και διάφορα τσιπάκια καθώς και το μοτέρ οδήγησης του autofocus. Ο σύγχρονος φακός είναι ένα ολόκληρο ηλεκτρονικό εργοστάσιο που γίνεται ακόμη πιο πολύπλοκο αν περιέχει και σύστημα σταθεροποίησης.
Γιατί όχι ενιαία μοντούρα;
Σε παλιότερες εποχές (όταν ακόμη κυριαρχούσε το φιλμ) ναι μεν οι περισσότεροι κατασκευαστές είχαν τη δική τους μοντούρα για το σύστημά τους, εν τούτοις υπήρχαν μερικές στάνταρ μοντούρες ανοικτής αρχιτεκτονικής. Για παράδειγμα οι βιδωτές Μ39 (Leica) και Μ42 (Pentax) καθώς η μπαγιονέτ (Pentax P-K) είχαν υιοθετηθεί και από άλλα εργοστάσια. Καθώς εξελισσόταν η τεχνολογία, πρώτα με την ανάπτυξη των autofocus φακών και μετά των ψηφιακών συστημάτων τόσο οι μοντούρες γίνονταν όλο και πιο πολύπλοκες με πολλές ηλεκτρικές επαφές, ενσωματωμένα chip κλπ. Μάλιστα τα εργοστάσια είναι μάλλον …μυστικοπαθή όσον αφορά τη λειτουργία αυτών των επαφών αναγκάζοντας τους τρίτους κατασκευαστές σε αντίστροφη ανάλυση (reverse engineering). Αν και καθαυτή η διάμετρος της μοντούρας δεν παίζει τόσο κρίσιμο ρόλο, η διαφοροποίηση της απόστασης back flange είναι αυτή που παρουσιάζει τις πιο σημαντικές δυσκολίες για την τοποθέτηση “τρίτων” φακών έστω και με αντάπτορα.
“Koινόχρηστες” μοντούρες;
Γιατί να μην έχουμε μια ενιαία μοντούρα για όλες τις μηχανές; Έτσι θα αλλάζαμε εύκολα φακούς, θα περνούσαμε από το ένα σύστημα στο άλλο και θα ήταν εύκολο να κρίνουμε ποιός έχει τα καλύτερα συστήματα.. ρομαντική σκέψη, αλλά προσκρούει στην Αυτού Μεγαλειότητα τον ανταγωνισμό. Τα εργοστάσια έχουν κάθε συμφέρον να κρατούν τον φωτογράφο δέσμιο σε συγκεκριμένο σύστημα αφού οι φακοί είναι η πιο σημαντική πηγή εσόδων μετά το σώμα, και με καλύτερα περιθώρια κέρδους. Εξάλλου ανοικτό σύστημα σημαίνει διαμοιρασμό τεχνολογικών μυστικών με τους ανταγωνιστές και αυτό δεν αρέσει καθόλου στο marketing.
Παρόλα αυτά ακόμη και στις ημέρες μας έχουμε παραδείγματα συστημάτων ανοικτής αρχιτεκτονικής όπως το γνωστό σε όλους σύστημα Micro 4/3 (Panasonic/Olympus). Οι φακοί εναλλάσσονται ελεύθερα ανάμεσα στις δύο πλατφόρμες και έχουν υπάρξει και τρίτοι με τέτοια μοντούρα όπως η Βlackmagic Pocket Cinema στο video και η κινέζικη ΥiM1 (παρακλάδι της Xiaomi). Πρόσφατα στην Photokina τον περασμένο Σεπτέμβριο ανακοινώθηκε η στρατηγική συνεργασία Leica, Panasonic και Sigma για την υιοθέτηση από κοινού και από τους τρεις εταίρους της μοντούρας Leica L.
Εκείνο που ίσως αγνοούν οι παλιότεροι είναι ότι στην πρώτη βιδωτή μοντούρα της Leica M39 είχαν προσχωρήσει ένα σωρό προπολεμικοί και μεταπολεμικοί κατασκευαστές (Voigtlander, FED, Zorki, Canon κλπ.) ίσως επειδή ο γερμανοί δεν ζητούσαν δικαιώματα. Κατά τη δεκαετία του 1960 το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς στις SLR είχε η Αsahi Pentax με διαφορετικά μοντέλα Μ42 screwmount αλλά τη μοντούρα μοιραζόταν με πολλά άλλα εργοστάσια (Pentacon, Zenit, Fujica, Yashica, Petri, Chinon, Εxakta κλπ.)

Oι ιστορικές μοντούρες SLR που επιβιώνουν ως σήμερα
Nikon F-mount
H ιστορική μοντούρα Νikon F-mount ξεκίνησε την μακροχρόνια θητεία της το 1959 μαζί με την εμφάνιση της αρχετυπικής ρεφλέξ Νikon F. Η σειρά φακών Nikkor ως το 1977 είχε ένα μεταλλικό δίχαλο που κούμπωνε με ένα αξονάκι στη μοντούρα για να μεταφέρει -μηχανικά- την πληροφορία για το επιλεγμένο διάφραγμα.
Mε τη νέα σειρά Νikkor AI (1997) oι σχεδιαστές άλλαξαν τον τρόπο μηχανικής μεταφοράς της πληροφορίας για το διάφραγμα με μια εγκοπή στη μοντούρα. Μάλιστα οι φακοί AI είχαν μια δεύτερη σειρά αριθμήσεων για το διάφραγμα που μεταδιδόταν οπτικά στο σώμα για να το βλέπει ο φωτογράφος, τότε στις αλησμόνητες δεκαετίες του ‘70 και του ’80. Για να προσαρμοστούν λοιπόν οι παλιοί non-AI φακοί έπρεπε να γίνει τροποποίηση στη μοντούρα. Και προσοχή! Μπορεί να προκληθεί ζημιά αν προσαρμόσουμε παλιούς μη τροποποιημένους Νikkor σε κάποια σώματα, γι αυτό η Nikon δημοσιεύει ακόμη λίστες συμβατότητας.
Το 1981 προέκυψε η σειρά Nikkor AI-S όπου με μια αλλαγή στο μηχανισμό διαφράγματος του φακού έγινε εφικτή η λειτουργία αυτοματισμού προτεραιότητας ταχύτητας. Στο σημείο αυτό πρέπει να αποσαφηνίσουμε ότι όλοι οι φακοί Nikkor που έχουν παραχθεί μετά το 1977 (AI, AI-S και εφεξής) μπορούν να μονταριστούν σε οποιοδήποτε μοντέλο SLR/DSLR της Nikon ενώ απαιτείται προσοχή για τα προ 1977 οπτικά, κατά πόσον έχουν τροποποιηθεί ή όχι. Αυτό που διαφέρει είναι ότι στις φθηνότερες σειρές D3xxx και D5xxx απουσιάζει ο μηχανισμός (μηχανικός σύνδεσμος) στη μοντούρα που καταλαβαίνει τη θέση του δακτυλιδιού διαφράγματος και έτσι δεν μπορεί να φωτομετρήσει. Αντίθετα στις ακριβότερες σειρές από D7xxx και μετά έχει προβλεφθεί μηχανισμός και οι παλιοί χειροκίνητοι AI/AI-S δουλεύουν κανονικά και με φωτομέτρηση (αν και πρέπει να δηλωθεί στο μενού [non CPU lens) η εστιακή απόσταση και το μέγιστο διάφραγμα. H επόμενη μεγάλη αλλαγή έγινε το 1986 με τους πρώτους φακούς autofocus που ενσωμάτωναν CPU και ηλεκτρονικές επαφές για τη μεταφορά της πληροφορίας ενώ η μετάδοση της κίνησης στο μηχανισμό AF γινόταν με αξονάκι στη μοντούρα. Η μεταγενέστερη σειρά ΑF-D περιείχε επιπλέον δυνατότητα μετάδοσης δεδομένων για την απόσταση εστίασης ενώ η σειρά AF-S ενσωματώνει μοτέρ οδήγησης του autofocus ώστε να μην χρειάζεται το αξονάκι μετάδοσης της κίνησης από το σώμα προς το φακό.

Canon EF-mount
Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 ήταν φανερό ότι η τεχνολογία κατευθυνόταν στο autofocus. Όλη η συζήτηση γινόταν στη βάση αν θα έπρεπε να εγκαταλειφθούν οι παλιές μοντούρες για χάρη της ανανέωσης. Η Canon προσανατολιζόταν στη δεύτερη εκδοχή. H αρχική (αποτυχημένη) σειρά autofocus φακών της Canon FD/AC συνεργαζόταν αποκλειστικά με το σώμα Τ80 (1985). Οι φακοί αυτοί περιείχαν πρωτοποριακό για τα δεδομένα της εποχής σύστημα άμεσης οδήγησης του focusing εντός του φακού, με γραμμικό CCD που έλεγχε συνεχώς το επίπεδο του contrast. Όταν αυτό έφθανε στο μέγιστο, τότε το σύστημα θεωρούσε ότι ο φακός είχε νετάρει. Όμως το αποτέλεσμα ήταν υπερβολικά αργό και καταργήθηκε πολύ σύντομα. Δύο χρόνια μετά, η Canon λανσάρισε την μοντούρα EF (με τη μεγαλύτερη ανάμεσα στον ανταγωνισμό διάμετρο 54mm) που έμελλε να αναδειχθεί στη θέση της πιο δημοφιλούς όλων των εποχών όσον αφορά τον αριθμό των φακών που έχουν παραχθεί από το 1987 ως σήμερα. Το αρκτικόλεξο EF προέρχεται από τις λέξεις ElectroFocus αφού σε κάθε φακό EF περιέχεται ένα μικρό αθόρυβο μοτέρ οδήγησης του autofocus. Παραλλαγές του EF είναι οι φακοί EF-S με ακριβώς ίδια μοντούρα από πλευράς διαμέτρου που όμως προορίζεται αποκλειστικά για σώματα DSLR με αισθητήρα APS-C. Mια όχι πολυσυζητημένη πλευρά της μοντούρας EF είναι ότι οι γενναιόδωρες διαστάσεις τόσο σε διάμετρο (54mm) όσο και σε backflange (44mm) επιτρέπουν την προσαρμογή -προφανώς με αντάπτορα- φακών από άλλες μοντούρες SLR όπως Leica R, Nikon F, Olympus OM και Μ42 διατηρώντας τη δυνατότητα εστίασης στο άπειρο. Για τους ίδιους λόγους η μοντούρα EF υιοθετήθηκε και στον κόσμο του video όπως σε επαγγελματικές βιντεοκάμερες RED και BlackMagic.

Canon EF-S
H γκάμα φακών της Canon για σώματα με αισθητήρα μικρότερο του full frame και συγκεκριμένα για APS-C ανάγεται στο 2003, όταν χρειάστηκε να βγουν στην αγορά φθηνότεροι φακοί για τη δημοφιλή EOS 300D. To πρόθεμα S προέρχεται από το Small image circle αντανακλώντας τον μικρότερο κύκλο κάλυψης που συνδέεται με μικρότερους σε διαστάσεις, βάρος, πολυπλοκότητα και κόστος φακούς. Εφόσον οι μηχανές με APS-C αισθητήρα έχουν αντίστοιχα μικρότερο καθρέπτη, οι μηχανικοί της Canon έχουν σχεδιάσει τους EF-S φακούς να εισχωρούν περισσότερο στο σώμα. Επειδή λοιπόν θα έκαναν ζημιά σε κανονικά full frame σώματα (θα “έβρισκαν” στον καθρέπτη), οι μηχανικοί της canon φρόντισαν να ενσωματώσουν ελαφρές διαφορές στη μοντούρα EF-S ώστε να “απαγορεύονται” τέτοια λάθη.
Pentax K-mount
Όταν η Pentax παρουσίασε τη δεύτερη πιο μακρόβια μοντούρα στην ιστορία των DSLR, είχε συνδέσει το όνομά της με τη βιδωτή μοντούρα Μ42. Όντως χρειάστηκε να πείσει τους οπαδούς της (που είχαν συνηθίσει σε SLR σαν τη best seller Spotmatic (M42) ένα θρυλικό μοντέλο από τα πρώτα στον κόσμο με TTL φωτομέτρηση) για τα πλεονεκτήματα της μπαγιονέτ μοντούρας δηλ. την ευχρηστία στην αλλαγή φακών και την πιο ισχυρή άρμωση μαζί με δυνατότητα -μηχανικής- μεταφοράς πληροφοριών σπό το φακό προς το σώμα. Η μοντούρα επιζεί ως τις μέρες μας, με επιμέρους σταδιακές βελτιώσεις και αναβαθμίσεις αλλά το K-mount ή P-K μένει στην ιστορία άρρηκτα συνυφασμένο με το όνομα Pentax. H πρώτη γενιά επιτρέπει μόνο stop down φωτομέτρηση και xειροκίνητη φωτομέτρηση. Ανεβαίνοντας στην επόμενη εξελικτική βαθμίδα, οι φακοί P-KA υποστηρίζουν όλους τους αυτοματισμούς φωτομέτρησης χωρίς βέβαια autofocus. Στη συνέχεια ήλθε το autofocus με τις βαθμίδες KAF, KAF2 και KAF3 που προσφέρουν όλους τους αυτοματισμούς συν το πολυπόθητο autofocus, ενώ η τελευταία υλοποίηση ΚΑF4 καλύπτει τα τρέχοντα μοντέλα της γκάμας και διαφοροποιείται στο ότι ο έλεγχος του διαφράγματος επιτυγχάνεται αποκλειστικά με ηλεκτρονικό τρόπο.
Έχει ενδιαφέρον να δούμε πως ήταν η πρώτη γενιά της προοδευτικής για το 1975 μοντούρας όπου κυριαρχούν δύο στοιχεία α. Ο μοχλός stop down και β. Ο μηχανικός σύνδεσμος που δείχνει ποιό διάφραγμα έχει επιλεγεί. Πάντως η πιο σημαντική εξέλιξη τoυ Κ-mount ήταν το ΚΑ (1983) που διόρθωσε όλα τα προβλήματα αποκτώντας ηλεκτρικές επαφές για την μετάδοση δεδομένων για το διάφραγμα. 
Aποτυχημένο AF mount α λα Pentax
Αν υπάρχει ένας πρόδρομος για την αποτυχημένη προσπάθεια στο autofocus της Canon T80 και των φακών Canon FD/AC αυτό ήταν της Pentax, της ιαπωνικής εταιρίας που βρισκόταν στην τεχνολογική πρωτοπορεία της αναλογικής εποχής. Πολύ νωρίς λοιπόν, το 1981, η Pentax έκανε ένα τολμηρό βήμα προς την κατεύθυνση της αυτόματης εστίασης με το μοντέλο ME-F και το φακό SMC AF35-70mm f/2,8. Το σύστημα autofocus βασιζόταν σε ξεχωριστούς αισθητήρες στο σώμα και στο φακό ενώ η οδήγηση γινόταν με ένα μεγαλούτσικο μοτέρ που διπλασίαζε τον όγκο του φακού εφόσον έπρεπε να τροφοδοτηθεί με ξεχωριστές μπαταρίες . Για την ανταλλαγή δεδομένων φρόντιζαν πέντε ηλεκτρικές επαφές στη μοντούρα. Το σύστημα ήταν υπερβολικά αργό και ανακριβές και δεν παρέμεινε για πολύ στην παραγωγή.
Αναδημοσίευση από το ΦΩΤΟγράφο Νο 257







