Αν υπάρχει μια αναλογία και επιβίωση της ιδέας του φιλμ στην ψηφιακή εποχή, συναντάται σε δύο μορφές: Πρώτον, στις κάρτες μνήμης που είναι το αποθηκευτικό μέσο και ο υλικός φορέας. Δεύτερον, στα (σχεδόν) άγνωστα στο ευρύ κοινό color preset τα οποία αναλαμβάνουν να προσδώσουν συγκεκριμένο ύφος στην εικόνα μας, ανάλογα με το είδος της φωτογράφησης.
Ας δούμε τον παραλληλισμό: στον αναλογικό κόσμο για τη λήψη πορτραίτου οι φωτογράφοι επιλέγουν φιλμ με χαμηλό contrast και υψηλό χρωματικό κορεσμό (π.χ. Κodak Portra). Αντιθέτως, για τοπίο χρειάζονται ζωηρά χρώματα και υψηλή ευκρίνεια (π.χ. Εktar). Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στον ψηφιακό κόσμο. Κάθε color preset αντιστοιχεί σε ένα συνδυασμό από συγκεκριμένες τιμές χρωμάτων, contrast και sharpness για την εκάστοτε περίπτωση. Παρόλο που υπάρχουν πολλές επιλογές ενσωμάτωσής τους στο post production, εμείς σήμερα θα ασχοληθούμε με την πιο άμεση: τα in-camera color preset.
Βασικά πλεονεκτήματα:
• Βλέπουμε σε πραγματικό χρόνο τo αποτέλεσμα των ρυθμίσεων στην οθόνη της μηχανής (LiveView και Playback), δίχως να αναμένουμε το post production. Αυτό, τονώνει την αυτοπεποίθηση του φωτογράφου και κάνει θετική εντύπωση στον πελάτη/μοντέλο.
• Εξοικονομούμε χρόνο από τη μετέπειτα εφαρμογή preset μέσω κάποιου προγράμματος επεξεργασίας π.χ. Lightroom.
• Έχουν πολλές δυνατότητες παραμετροποίησης.
• Μπορούμε να δημιουργήσουμε το δικό μας color preset, σχεδόν από το μηδέν, μέσω ειδικού software π.χ. Picture Style Editor της Canon.
• Οι λάτρεις του αναλογικού, θα βρουν στο διαδίκτυο πλήθος color preset που προσομοιώνουν το οπτικό αποτέλεσμα των φιλμ.
• Είναι εξαιρετικά χρήσιμα στο video, όταν ο κινηματογραφιστής επιθυμεί να κάνει flat λήψεις, δίχως contrast και κορεσμένα χρώματα. Ύστερα, αναλαμβάνει δράση το color correction κ.λπ.
Πού βρίσκονται;
Πρόσβαση στα color preset αποκτούμε είτε από το βασικό panel ρυθμίσεων, είτε από το μενού. Η ονομασία αλλάζει ανάλογα με τον κατασκευαστή:
Fujifilm: Film Simulation. Η ονομασία προϊδεάζει για την προσομοίωση του χρωματικού προφίλ και κοντράστ των φιλμ: Provia (standard), Velvia (vivid), Astia (soft) και πιο πρόσφατα του α/μ Neopan Acros. Επιπλέον, διαθέτει τα Classic Chrome, PRO Neg. Hi, Pro Neg. Std, Archos+R filter, Monochrome και Sepia.
Canon: Picture Style. Το μεγάλο πλεονέκτημα εδώ είναι οι τρεις κενές θέσεις που προσφέρονται για τη δημιουργία των δικών μας presets ή το κατέβασμα τους από άλλες πηγές. Παρέχονται τα: Standard, Portrait, Landscape, Neutral, Faithful και Monochrome.

Nikon: Picture Control. Διατίθενται τα: Standard, Neutral, Vivid, Monochrome, Portrait, Landscape, Flat. Μόνο στα high-end μοντέλα συναντάμε επιπλέον θέσεις που προορίζονται για τη φόρτωση των δικών μας preset.
Sony: Creative Style. Μέσα από το μενού βρίσκουμε τα Standard, Vivid, Neutral, Clear, Deep, Light, Portrait, Landscape, Sunset, Night Scene, Autumn leaves, Black & White και Sepia.
Η σχέση με το RAW
Τα color preset εφαρμόζονται μόνο στα JPEG που εξάγει η μηχανή και όχι στα αρχεία RAW, που παραμένουν ανεπηρέαστα ως πρωτογενής πληροφορία από τον αισθητήρα. Aυτό συμβαίνει διότι στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα είδος χρωματικού προφίλ και έτσι αφορά τελική εικόνα (JPEG) ενώ το RAW είναι μια ενδιάμεση μορφή δεδομένων που οριστικοποιείται στον υπολογιστή ενώ πάντα παραμένει το πρωτότυπο αρχείο.
Αν όμως θέλουμε να επεξεργαστούμε περαιτέρω την εικόνα μας με την ισχύ κάποιου RAW converter software, αλλά και να αξιοποιήσουμε τα preset, τι γίνεται; Τότε επιλέγουμε JPEG+RAW, απολαμβάνοντας την αυτόματη προσαρμογή στο JPEG και αν χρειαστούμε απαιτητική επεξεργασία επιλέγουμε το ίδιο preset κατά τη διάρκεια μετατροπής του RAW σε JPEG/TIFF στον υπολογιστή. Ωστόσο, αυτό επιτυγχάνεται μόνο με το RAW converter του επιμέρους κατασκευαστή, δηλαδή το Digital Photo Professional για Canon, το View NX για Nikon, το Raw File Converter EX Silkypix για Fujifilm κ.λπ. και όχι με generic RAW προγράμματα όπως το Camera RΑW, Lightroom ή CaptureOne.
Προσοχή
Τα color preset δεν πρέπει να ταυτίζονται με τα color spaces (π.χ. Αdobe RGB, sRGB ). Τα δεύτερα δίνουν χρωματικό νόημα στις αφηρημένες τιμές RGB/ CMYK, προσδιορίζοντας μια χρωματική γκάμα ή ένα χρωματικό χώρο. Ένα λάθος στην επιλογή του color preset μπορεί να διορθωθεί στη μετέπειτα επεξεργασία, ενώ στη περίπτωση του color space είναι μη αναστρέψιμο! Η φτωχή χρωματική πληροφορία του sRGB ποτέ δεν θα μετατραπεί στην υψηλή του Adobe RGB ή στην υψηλότερη του Prophoto RGB.
κείμενα-φωτογραφίες: Ηλίας Λόης








