Άνοιξη, καλός καιρός, η φύση μας προκαλεί, παντού εικόνες γεμάτες χρώμα και γοητεία… Η φωτογραφική μηχανή μοιάζει να βγαίνει πιο εύκολα από τη θήκη ή το συρτάρι. Αρκετά κλικ γεμίζουν τη ζωή μας. Όταν έλθει η στιγμή να ξεσκαρτάρουμε τα καρέ, τότε θα ξεχωρίσουμε τα ενδιαφέροντα και πετυχημένα από τις «άτυχες στιγμές». Στις αποτυχημένες συνθέσεις και τις λάθος εκφράσεις πρέπει να προστεθούν οι κακοφωτισμένες, αλλά και οι κουνημένες εικόνες.
κείμενα Παναγιώτης Καλδής
Σε ένα κόσμο όπου ζητάμε την ευκρίνεια και την καθαρότητα, είναι σημαντικό ν’ αποφεύγουμε τις θολές εικόνες. Συχνά ακούμε παράπονα του στυλ «Πήρα ένα superzoom φακό, αλλά τις περισσότερες φορές δεν βγάζει καθαρές φωτογραφίες…» Κατά κανόνα πρόκειται για αρχάριους στη φωτογραφία, που αγνοούν βασικούς κανόνες. Ένας από αυτούς αφορά τη λήψη στο χέρι και προβλέπει ότι η ελάχιστη «ασφαλής» ταχύτητα κλείστρου πρέπει να αντιστοιχεί στην επιλεγμένη εστιακή απόσταση του φακού. Για παράδειγμα, αν τραβάμε με τη digital compact που έχει zoom 5x (ισοδύναμο με 35-180mm) σε φουλ ζουμάρισμα, τότε η πλησιέστερη υποδεικνυόμενη ταχύτητα είναι της τάξης του 1/180sec. ενδιάμεση δηλ. ανάμεσα στο 1/125 και το 1/250sec. Mε τέτοιο χρονισμό κλείστρου (θεωρητικό τουλάχιστον) αποκτούμε το αναγκαίο περιθώριο ασφαλείας και το καρέ μας δεν κινδυνεύει από κούνημα.

Σταθεροποιητικές τάσεις
Οι κανόνες δίνουν γενικές οδηγίες και δεν εξατομικεύουν απόλυτα: δεν μπορούν να προεξοφλήσουν την ατομική σταθερότητα του καθενός. Υπάρχουν άτομα που το χέρι τους δεν καταλαβαίνει από αργές ταχύτητες και άλλες …ασταθείς προσωπικότητες που βγάζουν συνεχώς κουνημένες φωτογραφίες. Πρώτα λοιπόν πρέπει να πειραματιστούμε προκειμένου να διαπιστώσουμε τα προσωπικά χαρακτηριστικά σταθερότητας, που διαφέρουν θεαματικά από το ένα άτομο στο άλλο. Για να το αποδείξουμε, κάναμε μια έρευνα: πήραμε τέσσερις διαφορετικούς συναδέλφους από το γραφείο. Tους ζητήσαμε να φωτογραφήσουν τον ίδιο στουντιακό στόχο στο χέρι, με τεχνητό συνεχή φωτισμό (daylight fluorescent), το φλας απενεργοποιημένο και μια συγκεκριμένη ψηφιακή ρεφλέξ σε λειτουργία προτεραιότητας ταχύτητας (shutter priority) με 1/30 και το φακό στα 100mm ώστε να έχουν τον απόλυτο έλεγχο. Τελικά, καθένας είχε άλλη συμπεριφορά και οι εικόνες διαφορετικά επίπεδα ευκρίνειας.Όταν μάλιστα τους εξηγήσαμε μερικά βασικά τρικ σταθεροποίησης η απόδοση ανέβηκε κατακόρυφα.
Τρίποδο: η απόλυτη λύση
Τι γίνεται όμως όταν έχουμε χαμηλό φωτισμό (συννεφιά, περασμένη ώρα κλπ.) και αποκλείεται να πλησιάσουμε την ασφαλή ταχύτητα λήψης; Ας υποθέσουμε ότι θέλουμε να τραβήξουμε ένα μακρινό κτήριο με όχι πολύ φωτεινό zoom 28-200mm f/4,5-6,3 στα 200mm. Ο φακός (όπως δηλώνει το διάφραγμα) έχει φωτεινότητα f/6,3 στα 200mm και το φωτόμετρο δίνει 1/15sec, ουσιαστικά λοιπόν 4 φορές αργότερη ταχύτητα κλείστρου απο την προτεινόμενη: 1/250 -1/125 – 1/60 – 1/30 – 1/15sec. Kάτω από τέτοιες συνθήκες οι πιθανότητες για κουνημένη φωτογραφία είναι πολλές. Το αποτέλεσμα απογοητεύει, με θολά και “κουνημένα” καρέ.
Υπάρχει βέβαια η λύση της αύξησης της ευαισθησίας: σε ρύθμιση ISO 800/1600 τα πράγματα θα βελτιωθούν με το υποχρεωτικό αντίτιμο του ψηφιακού θορύβου. Αν όμως θέλουμε να μείνουμε στα ΙSO 100, τη λύση αποτελεί η καλή στήριξη της φωτογραφικής μηχανής.
Στην αγορά κυκλοφορούν πολλά είδη τριπόδων. Κάθε τρίποδο αποτελείται από τρία σκέλη και μια κεντρική κολόνα, στην κορυφή της οποίας προσαρμόζεται η κεφαλή επάνω στην οποία βιδώνουμε τη φωτογραφική μηχανή. Η κεφαλή βοηθάει να πραγματοποιούνται όλες οι κινήσεις σε διάφορα επίπεδα.
Τα σκέλη των τριπόδων αναπτύσσονται με δύο ή τρία πτυσσόμενα τμήματα ώστε το ύψος να αυξομειώνεται με μέγιστο το επίπεδο των ματιών του ανθρώπου ή κοντά σε αυτό. Όσο περισσότερα είναι τα πτυσσόμενα τμήματα και οι μεταξύ τους αρθρώσεις τόσο χειροτερεύουν τα χαρακτηριστικά σταθερότητας. Όμως αν θέλαμε το “ιδανικό” τρίποδο με δύο μόνο τμήματα και μία άρθρωση θα κόντευε κλειστό το ένα μέτρο! Ουδέν καλόν αμιγές κακού, λοιπόν. Επίσης είναι σοφό να ακολουθήσουμε τις συμβουλές του κατασκευαστή για το συνιστώμενο φορτίο. Υπολογίζουμε το βάρος του τηλεφακού και της μηχανής και δεν αγοράζουμε κανένα πανάλαφρο, ασταθές τρίποδο, γιατί οι κίνδυνοι …ανατροπής παραμονεύουν. Από την άλλη μεριά, αν επιλέξουμε μεγάλο και βαρύ τρίποδο, θα το παίρνουμε μάλλον σπάνια οπότε συμφέρει να προσανατολιστούμε στην αγορά κάποιου μεσαίου μοντέλου.
Τι να προσέξουμε
Προσέχουμε τα εξής σημεία: το μήκος όταν αυτό είναι κλειστό, το ωφέλιμο φορτίο και τις κινήσεις της κεφαλής. Προτιμάμε κεφαλή τριών κινήσεων και απευθείας κάθετης λήψης, ενώ η ύπαρξη αλφαδιών (spirit levels) – αυτά με τη φυσαλίδα- είναι ευπρόσδεκτη. Αρκετά τρίποδα έχουν λαστιχένια παπουτσάκια για στήριξη σε ολισθηρό έδαφος, που όταν βιδωθούν αποκαλύπτουν σιδερένια καρφιά (spikes) για σίγουρη στήριξη σε χώμα ή χόρτα.
Αν η ιδέα του τριπόδου μοιάζει δύσκολη λόγω βάρους και όγκου, ίσως πρέπει να σκεφθούμε το μονόποδο. Όπως δηλώνει το όνομά του, αποτελείται από ένα πόδι που αναπτύσσεται σε τρία ή τέσσερα τμήματα. Τα μονόποδα χρησιμοποιούνται συχνά από επαγγελματίες σε αθλητικές εκδηλώσεις, γιατί προσφέρουν άνεση κινήσεων και εύκολη πρόσβαση από το ένα σημείο στο άλλο. Συνήθως πωλούνται χωρίς κεφαλή, ενώ συνηθισμένη επιλογή κεφαλής αποτελεί ο τύπος ball και socket δηλ με μεγάλο σφαιρικό ρουλμάν που επιτρέπει άμεση ρύθμιση σε τρία επίπεδα. Τα μονόποδα με κατάλληλο πιάσιμο είναι ικανά να επιτρέψουν σταθερές λήψεις με 3 στοπ αργότερη ταχύτητα σε σχέση με το απλό πιάσιμο «στο χέρι». Για παράδειγμα, λήψη στο χέρι με εστιακή απόσταση ισοδύναμη με 135mm απαιτεί ταχύτητα τουλάχιστον 1/125sec. ενώ με μονόποδο γίνεται με ασφάλεια στο1/15-1/8sec.
Πότε κινδυνεύουμε περισσότερο;
Υπάρχει κάποιο όριο για το φακό, συνήθως γύρω στα 100mm (το σημείο από το οποίο και πάνω μιλάμε για τηλεφακό) όπου τα πράγματα δυσκολεύουν και το ενδεχόμενο για κουνημένες λήψεις μεγαλώνει. Επίσης αρνητικά επηρεάζει τη γενικότερη συμπεριφορά το βάρος του συστήματος και το κακό πιάσιμο. Mηχανές με μελετημένη, εργονομική λαβή και αντιολισθητική λαστιχένια επίστρωση, συνήθως είναι πιο σταθερές στο χέρι. Αυτό το αντιλαμβανόμαστε εύκολα στις compact: η διαφορά ανάμεσα στα μοντέλα με και χωρίς λαβή είναι αντιληπτή ευθύς εξαρχής.
Tο παράδειγμα μιας παλιάς Canon Powershot G6 (με καλοσχηματισμένη εργονομική λαβή) και του πρόσφατου μοντέλου G9 (με υποτυπώδες grip) λέει πολλά: η απόκλιση ανάμεσα στις δύο μηχανές ήταν της τάξης του 1 ως 11/2 stop.
Αυτοσχεδιάζοντας
Πέρα από το τρίποδο υπάρχουν και άλλες σταθεροποιητικές λύσεις που εφαρμόζουν οι έμπειροι φωτογράφοι. Ιδού λοιπόν μερικά κόλπα:
Ι. Αγκαλιάστε μια κολόνα.
ΙΙ. Κολλήστε την πλάτη σε κάποιο τοίχο.
ΙΙΙ. Κρατήστε την αναπνοή σας (στην φάση της εισπνοής).
IV. Φτιάξτε ένα αυτοσχέδιο beanbag.
V. Χρησιμοποιείστε ένα chestpod σαν το Manfrotto Modosteady
Tα τρικ I-ΙΙΙ είναι αποτελεσματικά και δίνουν το πλεονέκτημα 1-3 stop. To beanbag (σάκος …φασολιών) είναι ένα παλιό κόλπο των φωτογράφων τοπίου, όταν δεν έχουν μαζί τρίποδο: ακινητοποιούν τη μηχανή κουλουριάζοντάς την ανάμεσα στο εύπλαστο σχήμα του. Στην αρχή ήταν ιδιοκατασκευές αλλά τώρα θα βρείτε και στο εμπόριο, σε πολύ ειδικά μαγαζιά επαγγελματικών φωτογραφικών ειδών. Εναλλακτική λύση για το beanbag είναι η φωτογραφική τσάντα, ειδικά αν είναι εύκαμπτη. Τα chestpods και shoulderpods προέρχονται από τον κόσμο του video αλλά είναι αρκετά αποτελεσματικά και στη φωτογραφία.

Top ten συμβουλές!
1. Ένα μεσαίο τρίποδο αρκεί. Πολύ μεγάλο και βαρύ συνήθως το ξεχνάμε σπίτι γιατί μας βαραίνει στο κουβάλημα, πολύ μικρό ή ελαφρύ θα κουνηθεί από τον αέρα ή από τον κραδασμό που παράγει η μηχανή κατά την λήψη.
2. Ένα ντεκλασέρ, remote control ή αυτοχρονομέτρης σώζουν την κατάσταση, αν το χέρι σας είναι λίγο βαρύ.
3. Κρεμάστε τη φωτογραφική σας τσάντα ή κάποιο βάρος στην κεντρική κολόνα του τριπόδου, για αυξημένη ακαμψία.
4. Σε αγορά τριπόδου προτιμήστε η κίνηση της κεντρικής κολόνας να γίνεται με σύστημα κρεμαγιέρας. Και φυσικά μην ξεχνάτε ότι όσο ψηλότερα βρίσκεται η μηχανή τόσο πιο ασταθής γίνεται.
5. Υπάρχουν κεφαλές τριπόδων που υποστηρίζουν την ταχεία απελευθέρωση της μηχανής και εφοδιάζονται με αντίστοιχες βάσεις που μένουν βιδωμένες στο σώμα της.
6. Εφόσον το τρίποδο σας φαίνεται υπερβολικά βαρύ ίσως βρείτε βολικό το στήριγμα ώμου, που κρατάει τη μηχανή κόντρα στον ώμο σας σαν κοντάκι όπλου.
7. Όσοι επιδίδονται στην ορειβασία ή πεζοπορία κυκλοφορούν μπαστούνια – walking sticks- με υποδοχή για φωτογραφική μηχανή.
8. Άν διαθέτετε τηλεφακό με ξεχωριστό κολάρο για τρίποδο χρησιμοποιήστε το. Είναι σχεδιασμένο έτσι για να κατανέμει το βάρος ομοιόμορφα, χωρίς να καταπονείται η μοντούρα της μηχανής.
9. Με τον ίδιο πάντα χρήστη/φωτογράφο, δεν συμπεριφέρονται όλες οι ψηφιακές φωτ. μηχανές ομοιόμορφα ως προς το ενδεχόμενο camera shake.
Δείτε τι λαβή έχουν, αν γλυστράει η επιφάνειά τους κλπ.
10. Το σύστημα οπτικής σταθεροποίησης (είτε στο φακό είτε στον αισθητήρα) προσφέρει αρκετή (πλεονέκτημα περίπου 3stop) προστασία αλλά όχι απεριόριστη. Αποφύγετε το συνηθισμένο λάθος να πιστέψετε ότι με optical stabilizer θα τραβάτε και τη …νύχτα στο χέρι.

Stabilizers
Ξεκινώντας από τα κυάλια της Canon πριν μερικά χρόνια, τα συστήματα οπτικής σταθεροποίησης γνώρισαν τεράστια απήχηση και βρήκαν το δρόμο τους σε εφαρμογές τόσο σε ψηφιακές ρεφλέξ όσο και compact. Χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες: αυτά που ενσωματώνονται σε φακούς και τα άλλα που επενεργούν στον αισθητήρα. Σε κάθε περίπτωση γυροσκοπικοί αισθητήρες ανιχνεύουν σε πραγματικό χρόνο τον κραδασμό του χεριού και μεταφέρουν μέσω μικροεπεξεργαστή εντολή για διόρθωση. Η τελευταία γίνεται είτε με διορθωτικό γκρουπ στοιχείων στο φακό που κινείται με σερβομηχανισμό ακριβείας σε φορά αντίθετη από αυτή του κραδασμού είτε επί του αισθητήρα. Εννοείται ότι οι φακοί με συστήματα IS, VR, OS ή όπως αλλιώς ονομάζονται από τους κατασκευαστές έχουν επιβαρυμένο κόστος λόγω πολυπλοκότητας. Από την άλλη μεριά στα συστήματα με sensor shift μπορεί να χρησιμοποιηθεί οποιοσδήποτε φακός. Για τα μοντέλα νεώτερης γενιάς, οι σχεδιαστές δίνουν καλύτερες επιδόσεις δηλ. μια βελτίωση 3-4stop σε σχέση με τα μη σταθεροποιημένα συστήματα.
Αναδημοσίευση από τον ΦΩΤΟγράφο 173, Μάιος, 2008







