Ο Frederick Palmer (1873-1958) υπήρξε ανταποκριτής, συγγραφέας και περιστασιακά, φωτογράφος. Το 1895 η εφημερίδα New York Press τον προσέλαβε σαν ανταποκριτή στο Λονδίνο. Το 1897, λίγο πριν από την έναρξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου, ήρθε στην Ελλάδα με σκοπό να τον παρακολουθήσει και να τον περιγράψει, για λογαριασμό της εφημερίδας New York World και του περιοδικού Collier’s Weekly( φωτο. επάνω: Εύζωνοι, οι μόνοι ίσως ετοιμοπόλεμοι στρατιώτες).


Αυτή ήταν και η πρώτη του αποστολή σε εμπόλεμη περιοχή. Μόλις κηρύχθηκε ο πόλεμος βρέθηκε στην πρώτη γραμμή. Παράλληλα, φωτογράφιζε σκηνές από τα μετόπισθεν, τον άμαχο πληθυσμό και τα σώματα των εφέδρων. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε στην Νέα Υόρκη (εκδ. R.H. Rusell) το βιβλίο Going to War in Greece, το οποίο ήταν εικονογραφημένο με φωτογραφίες του.
Ο Palmer για περισσότερα από πενήντα χρόνια εργάστηκε σαν πολεμικός ανταποκριτής και κάλυψε όλους σχεδόν τους σημαντικούς πολέμους του 20ου αιώνα. Εξέδωσε συνολικά τριάντα ένα βιβλία. Η αποστολή του Palmer στην Ελλάδα, ήταν η πρώτη που αναλάμβανε και την έφερε σε πέρας με επιτυχία. Οι περιγραφές του από τον πόλεμο είναι αντικειμενικές και γλαφυρές, αλλά μερικές φορές γίνονταν καυστικές. Οι καλλίτερες φωτογραφίες του από τον πόλεμο αυτόν χάθηκαν κατά την άτακτη υποχώρηση, όπως γράφει ο ίδιος στο βιβλίο του. Μια επιλογή από αποσπάσματα των αναμνήσεων του και φωτογραφίες του δίνουν μιαν εικόνα του ατυχούς για την Ελλάδα εκείνου πολέμου.
«[…] Κάθε μέρα ο Πρίγκιπας Νικόλαος, τρίτος γιος του Βασιλιά Γεωργίου, οδηγούσε την πυροβολαρχία του στην πεδιάδα όπου έκαναν ασκήσεις με σχετική τάξη και ακρίβεια […]. Το πεζικό και το ιππικό όμως ήταν μια άλλη υπόθεση. Ένας ιππέας έπεσε από το άλογό του, κάτω από τη μύτη του πρίγκιπα την ημέρα που αυτός έφτασε στη Λάρισα. Δεν είχαν ιππεύσει ποτέ εκτός από γαϊδούρια […]. Όμως οι ιππείς ήλπιζαν ότι μια μέρα θα μπορούσαν να εφορμήσουν στην πεδιάδα και να κόψουν τουρκικά κεφάλια, αν και δεν είχαν διδαχθεί ποτέ καν τις στοιχειώδεις αρχές της χρήσης του σπαθιού […].
[…] Εν όψει των εχθροπραξιών ή αναγκών για έναν ηγέτη, οδήγησε το Βασιλιά να τοποθετήσει τον άπειρο γιο του Διάδοχο Κωνσταντίνο Β’, ως αρχηγό των ένοπλων δυνάμεων […]. Καθώς κυλούσε η μια μέρα μετά την άλλη και δεν ερχόταν η αναμενόμενη κήρυξη του πολέμου, ο Διάδοχος γινόταν όλο και λιγότερο δημοφιλής.
[…] Την ημέρα της Ανεξαρτησίας στη Λάρισα ο κόσμος και οι αξιωματικοί, με επικεφαλής το Δήμαρχο της πόλης φώναζαν, προς το τέλος της λειτουργίας: «Δώστε μας πόλεμο. Δώστε μας πόλεμο!» […] Ούτε μία ζητωκραυγή δεν ακούστηκε καθώς ο διάδοχος επέστρεφε στο αρχηγείο του […]. «[…] Έτρεξα με όλη μου τη βιασύνη στα Τρίκαλα όπου είδα αξιωματικούς σε καφενεία ανεβασμένους σε τραπέζια να διαβάζουν ανακοινωθέντα σχετικά με τις νίκες […].
[…] Ακόμα και η πρώτη επαφή των τουρκικών και ελληνικών τακτικών στρατευμάτων, έγινε με τέτοιο τρόπο ώστε να αναγκαστούν οι Έλληνες να γίνουν οι αμυνόμενοι. Το Σάββατο, 17 Απριλίου, οι Τούρκοι κινήθηκαν προς μια ουδέτερη περιοχή κοντά στο σταθμό της Ανάληψης, στο μέτωπο. Οι Έλληνες τους πυροβόλησαν και εκείνοι τότε υποχώρησαν αφήνοντας το τμήμα εκείνο να καταληφθεί προσωρινά από τους αντιπάλους τους. Από την αρχή μέχρι το τέλος τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως επιθυμούσε ο Σουλτάνος.
[…] Τρεις ή τέσσερις λόχοι τουρκικού πεζικού προέλασαν προς το κέντρο μας και ακροβολίστηκαν με απόλυτη τάξη. Τότε οι εύζωνοι έλεγξαν τα κλείστρα των όπλων τους και τακτοποίησαν τις φυσιγγιοθήκες τους […]. Οι βολές του τουρκικού πυροβολικού απαντήθηκαν με δύο αντίστοιχες του ελληνικού, που ήταν τόσο ευθύβολες πάνω στις γραμμές του εχθρικού πεζικού, που τις ανάγκασε να ψάξει βιαστικά για κάλυψη […].

Οι στρατιώτες μας που ήτανε ξαπλωμένοι στο Μάτι, δεν είχαν καμιά προμήθεια ή φαγητό την Τετάρτη και την Πέμπτη. Την Παρασκευή ήταν, όμως πεινασμένοι. Οι έφεδροι κατάλαβαν τότε ότι ο πραγματικός πόλεμος δεν είχε καμιά σχέση με τον πόλεμο για τον οποίο συζητούσαν στα καφενεία […].
[…] Ένας έφεδρος δεκανέας, αδύναμος από την έλλειψη τροφής, εξέφρασε τα συναισθήματα ενός στρατού,
ο οποίος τόσο επιπόλαια είχε υποτιμήσει τον αντίπαλό του, όταν είπε: «Άκουσα μια σφαίρα πάνω από το κεφάλι μου. Σκοτώνουν τους Έλληνες! Είδα με τα μάτια μου νεκρούς στρατιώτες!»
[…] Όλοι οι επίστρατοι που είχαν υποχωρήσει από το μέτωπο επέστρεφαν τώρα από την Καλαμπάκα προς το κύριο μέτωπο της σύρραξης. […]. Υπήρξε ένα ακόμα συμβάν στη γέφυρα της Λάρισας. Εδώ η «Στρατιά της θλίψης» με τα μωρά να κλαίνε, πάνω σε γαϊδούρια και τις βοϊδάμαξες, συνάντησε το «Στρατό του καφενείου» και για κάποιο διάστημα έγιναν ένας «Στρατός της Απελπισίας».
Το σούρουπο η εικόνα στους δρόμους της Λάρισας έδειχνε με δραματικό τρόπο την εξέλιξη έξι ημερών πολέμου στην Ελλάδα. Οι πιο πολλοί αξιωματικοί στέκονταν στους δρόμους απελπιστικά αδρανείς […]».
Τελικά, ο πόλεμος αυτός από τους πιο ταπεινωτικούς της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας, έληξε με την υπογραφή μιας βιαστικής ανακωχής και μιας συνθήκης, με την παρέμβαση των «Μεγάλων Δυνάμεων».
κείμενα Άλκης Ξανθάκης
Αναδημοσίευση από τον ΦΩΤΟγράφο 209, Μάιος, 2011







