‘’…Όταν φωτογραφίζω δε νιώθω ότι θέλω να περάσω ένα μήνυμα, ούτε ότι βρίσκομαι σε αποστολή. Η φωτογραφία είναι ένα πολύ σημαντικό μέσο επικοινωνίας, γεγονός που μας καθιστά υπεύθυνους μπροστά στα μάτια εκατομμυρίων θεατών που τους αγγίζουν τα ρεπορτάζ μας, τα οποία θα δουν σε περιοδικά και εφημερίδες.
Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ασχοληθούμε χαλαρά με το θέμα που καλύπτουμε, ούτε να υποτιμήσουμε τη νοημοσύνη του κοινού, ούτε πολύ περισσότερο να πέσουμε σε υπερβολές. Οι ζωγράφοι περνούν από τη δημιουργία απευθείας στο Μουσείο, ενώ εμείς από τη δημιουργία στην κατανάλωση. Πρέπει λοιπόν όλος ο κόσμος να μας καταλάβει, με δεδομένο ότι όλοι μας είμαστε (πιθανότατα) καλλιτέχνες.
Το 1946 ο Robert Capa, ο Chim, ο George Rodger και εγώ ιδρύσαμε το πρακτορείο Magnum για να διαχειριστούμε τις φωτογραφίες μας συνεταιρικά. Με αυτή μας την απόφαση αποσκοπούσαμε αφενός να διατηρήσουμε την ανεξαρτησία μας και αφετέρου να δώσουμε πρακτικές λύσεις στα διοικητικά και οικονομικά ζητήματα της δουλειάς μας. Ο Capa πάτησε μία νάρκη στην Ινδονησία, ενώ την ίδια μέρα ο άλλος συνεταίρος μας, ο Werner Bischof έπεσε σε μία χαράδρα στο Περού, ενώ ο Chim είχε σκοτωθεί ήδη στο Σουέζ. Δεν σταματήσαμε. Σήμερα (1961) είμαστε περίπου 20 συνεταίροι από επτά διαφορετικές εθνότητες. Δουλεύουμε μαζί. Καταγράφουμε ότι συμβαίνει στον κόσμο. Δεν ανήκουμε στην ίδια σχολή “σκέψης” όμως έχουμε όλοι την ίδια αίσθηση ευθύνης ως φωτογράφοι.
Φέρνουμε χρήματα στο Πρακτορείο αποκλειστικά και μόνον από τη δουλειά μας. Αν δεν βγει ούτε ένα φράγκο για μας στο τέλος του μήνα μπορεί να νιώσουμε την έλλειψη, όμως είμαστε περήφανοι γιατί διατηρούμε ελεύθερο το πνεύμα μας. Ασκούμε όλοι μας ένα απλό επάγγελμα. Αν φθάσουμε σε αποστολή από ένα μεγάλο περιοδικό σ’ ένα μέρος που μας γνωρίζουν, μας στρώνουν κόκκινο χαλί. Στην αντίθετη περίπτωση μας υποδέχονται σαν τον υδραυλικό που έχουν καλέσει να φτιάξει το καζανάκι του WC που τρέχει και φοβούνται ότι θα πάρει φεύγοντας μαζί του το σταχτοδοχείο. Το επάγγελμά μας δεν αντιμετωπίζεται από τον περίγυρο με σοβαρότητα. Λένε: “Ε! Εσύ! Φωτογράφε!” και συνεχίζουν “Στείλε μου τις φωτογραφίες!”.
Γιατί άραγε κανείς δεν σκέφτεται να απαιτήσει 10.000 φράγκα από έναν τραπεζίτη που διαχειρίζεται απίστευτα ποσά; Οι φωτογράφοι δεν έχουν ξεκάθαρο επαγγελματικό προφίλ. Βρίσκονται στο περιθώριο και οι άνθρωποι πολλές φορές αναρωτιούνται ποιοι είναι αυτοί οι παράξενοι τύποι που χοροπηδάνε δίπλα τους με τις μηχανές στα χέρια. Χαίρομαι ειλικρινά που υπάρχουν τόσοι τουρίστες με μηχανές. Έτσι μπορώ και δουλεύω ήσυχος…’’
Για την αντιγραφή Τ.ΤΖΙΜΑΣ
* Από το βιβλίο “Voir est un tout”. Έκδοση Centre Pompidou, Paris 2013. (Δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά)







