Η πιο χρονοβόρα διαδικασία στην ψηφιακή εποχή της φωτογραφίας.
Η διαδικασία της φωτογράφισης περιλαμβάνει διάφορα επίπεδα. Ξεκινάει ίσως από μία ιδέα, από μία ανάθεση και αφού διανύσει πάμπολλα ενδιάμεσα στάδια θα καταλήξει είτε στο αρχείο μας, είτε στον πελάτη μας, είτε τέλος πάντων όπου αλλού την προορίζουμε.
Παλιότερα, στην αναλογική ή χημική αν θέλετε εποχή, το βάρος έπεφτε στη λήψη. Υπήρχαν γι’ αυτό σοβαροί πρακτικοί λόγοι:
το κόστος εμφάνισης και εκτύπωσης και φυσικά η αδυναμία ή η δυσκολία επεμβάσεων εκ των υστέρων.
Όλοι εμείς οι παλιότεροι διδαχτήκαμε ότι καλός φωτογράφος είναι αυτός που καταφέρνει και βγάζει άψογες φωτογραφίες, τουλάχιστον όσον αφορά τα τεχνικά χαρακτηριστικά όπως φωτοσκιάσεις, χρώματα, σύνθεση κλπ. Σήμερα τα πράγματα έχουν αντιστραφεί. Όλο το βάρος πέφτει στο περίφημο editing ή σε απλά ελληνικά στη διαδικασία επιλογής της καλύτερης φωτογραφίας από αμέτρητες παρόμοιες που έχουμε καταχωρήσει στην κάρτα μας άνευ κόστους. Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι όλοι μας πατάμε αμέτρητες φορές το κλείστρο της μηχανής μας χωρίς να το πολυσκεφτόμαστε. Τα εργοστάσια έχουν φροντίσει να αποθηκεύουν ατελείωτο αριθμό εικόνων ακόμη και στη μεγαλύτερη δυνατή ανάλυση (24/36 Megapixel) σε
απλές κάρτες flash, ενώ οι δίσκοι σε υπολογιστές -φορητούς ή μη- διαθέτουν πλέον τεράστιες χωρητικότητες.
Σύγχρονες μελέτες έχουν καταλήξει σε άκρως αποκαλυπτικά συμπεράσματα: Η λήψη σήμερα απορροφά μόνον το 5% του χρόνου του φωτογράφου! Όλος ο υπόλοιπος χρόνος δαπανάται μετά το “κλικ”: Στην επιλογή, στην αρχειοθέτηση, στην επεξεργασία.
Έτσι, ενώ παλιότερα οι φωτογραφίες μας θεωρούνταν δεδομένες μετά το κλικ,
σήμερα δεν υφίστανται αν δεν τις επιλέξουμε και θα πρόσθετα ακόμη αν δεν τις τυπώσουμε. Λανθάνουσα εικόνα ήταν παλιότερα η ανεμφάνιστη.
Σήμερα είναι η ξεχασμένη στον δίσκο του υπολογιστή ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες. Πώς λοιπόν να διαλέξεις την καλύτερη; Πώς να κάνεις κάτι τέτοιο όταν δεν το έκανες τη στιγμή που γεννήθηκε η φωτογραφία;
Εδώ αρχίζουμε πλέον και μιλάμε για editing. Στην ουσία για μία δεύτερη γέννηση της φωτογραφίας, κάτω από άλλες όμως συνθήκες από αυτές που επικρατούσαν τη στιγμή της λήψης. Μιας γέννας με ‘‘καισαρική τομή’’ στην οποία οδηγούμαστε συνήθως από τη χρήση της φωτογραφίας που θέλουμε. Θα πείτε αυτά είναι γνωστά πράγματα. Ερωτώ λοιπόν:
Γιατί είναι ανάγκη να μετατρέπουμε την αισθητική μας ανασφάλεια σε δεκάδες ή και εκατοντάδες κλισέ που ροκανίζουν στη συνέχεια τον πολύτιμο χρόνο μας;
Γιατί να συμβιώνουμε με αμέτρητες φωτογραφίες, πολλές από τις οποίες ουδέποτε θα χρησιμοποιήσουμε; Είναι κι αυτό σημάδι των καιρών, της καταναλωτικής κοινωνίας που ζούμε, κάτι αντίστοιχο δηλ. με αυτό που συμβαίνει και σε άλλες μας δραστηριότητες ή τα πράγματα είναι πιο απλά;
Ας απαντήσει ο καθένας με τον τρόπο του και για τον εαυτό του…







