Το περιεχόμενο του σημερινού σημειώματος προέκυψε από μία ειλικρινή και πολύ σοβαρή συζήτηση με τον κ.Martin Barnes που είναι Senior Curator φωτογραφίας στο Victoria & Albert Museum UK & Iρλανδίας και της γνωστής διεθνώς επιμελήτριας μεγάλων φωτογραφικών εκθέσεων και διοργανώσεων κ.Zelda Cheatle. Περισσότερα προσεχώς…
Πoιος είναι ο συνηθισμένος τρόπος με τον οποίο συμμετέχουν σε εκθέσεις και γενικά προβάλλουν τις φωτογραφικές συλλογές τους σήμερα τα διάφορα φωτογραφικά μουσεία ανά την Υφήλιο; Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων με τρόπο καθόλου κολακευτικό για την τέχνη της φωτογραφίας. Αυτή είναι η γνώμη μου. Εξηγούμαι.
Θα πηγαίνατε να δείτε μία αναδρομική έκθεση με τα σπουδαιότερα έργα π.χ. του Πικάσο όταν αντί για τους πρωτότυπους πίνακες υπήρχαν στη θέση τους φωτογραφικές αναπαραγωγές των έργων του; Ή ακόμη και πιστά ζωγραφικά αντίγραφα; (Ναι, υπάρχουν κι αυτά…). Κανείς δεν θα πήγαινε γιατί δεν θα συνέβαινε ποτέ κάτι τέτοιο ή αν αυτό συνέβαινε θα πήγαιναν μόνον κάποιοι περίεργοι και κάποιοι άσχετοι με την τέχνη.
Γιατί λοιπόν να πάει σήμερα κάποιος να δει μία έκθεση με έργα π.χ. του Ansel Adams όταν αυτά είναι σύγχρονες ψηφιακές εκτυπώσεις; Για να το πω διαφορετικά: Όταν έχουμε δει ένα κλασικό φωτογραφικό έργο τυπωμένο σε διαφόρων ειδών εκτυπώσεις, σε διάφορα έντυπα και σε διάφορες τονικές εκδοχές και άλλες τόσες φορές στην οθόνη του υπολογιστή μας, γιατί χρειάζεται να το δούμε ακόμη μία φορά σε σύγχρονη εκτύπωση και να μην δούμε το ίδιο το πρωτότυπο αν φυσικά υπάρχει; Και ως πρωτότυπο εννοώ την εκτύπωση που έχει υπογράψει ο ίδιος ο δημιουργός. Κοντολογίς: Γιατί να εκτίθενται έργα μεγάλων και γνωστών φωτογράφων σε σύγχρονες εκτυπώσεις, σε άλλες διαστάσεις από αυτές που είχε προκρίνει ο ίδιος ο δημιουργός του έργου και με τονικότητες που δεν έχουν καμία σχέση με τις επιλογές του; Ιδού ποια είναι η πρακτική που εφαρμόζουν σήμερα απαξάπαντες:
Όταν παίρνει μέρος ένας φωτογράφος (και πολύ χειρότερα) ένα Μουσείο σε μία έκθεση, στέλνει μέσω internet υψηλής ανάλυσης ψηφιακά αρχεία των φωτογραφιών. Στη συνέχεια αυτές τυπώνονται από τον φορέα που θα τις εκθέσει, σύμφωνα με τα γούστα του εκάστοτε επιμελητή / εκτυπωτή / τεχνικού και αναρτώνται χωρίς κορνίζα / πλαίσιο ή και με κορνίζα κάτι που δεν έχει απολύτως καμία σημασία. Έτσι με αυτόν τον τρόπο απλοποιούνται τα πράγματα και όλοι είναι ευχαριστημένοι. Το Μουσείο γιατί συμμετέχει (και συνήθως πληρώνεται), ο φορέας γιατί εκθέτει τα έργα και μάλιστα χωρίς να πολυξοδεύεται μιας και όλες οι εκτυπώσεις γίνονται επί τόπου φθηνά. Και αν τολμήσει κάποιος να κριτικάρει αυτή τη διαδικασία πέφτει πάνω στον τοίχο μιας λογικής που επαναλαμβάνει το γνωστό κλισέ: “Η φωτογραφία δεν είναι ζωγραφική. Γιατί εκ φύσεως δύναται να αναπαραχθεί στο άπειρο” κλπ. κλπ. Λυπάμαι αλλά δεν συμφωνώ καθόλου με αυτή την άποψη. Γιατί όταν θα πάω να δω μία -υποτίθεται- σοβαρή φωτογραφική έκθεση θέλω να δω τα πρωτότυπα τυπώματα που έχει εγκρίνει ο ίδιος ο δημιουργός τους. Να καταλάβω τις επιλογές του για τους τόνους του μαύρου και του γκρι, για τις αποχρώσεις των χρωμάτων. Να καταλάβω το κάδρο του, να θαυμάσω την εικόνα ει δυνατόν χωρίς τζάμια και κρύσταλλα. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τη ζωγραφική, το σχέδιο, τις γκραβούρες, τη χαρακτική, τη γλυπτική. Γιατί δηλαδή να συμβαίνουν αλλιώς τα πράγματα με τη φωτογραφία; Δεν υποβαθμίζεται έτσι σοβαρά η φωτογραφική τέχνη; Πιστεύω πως ναι. Η αφετηρία του κακού βρίσκεται στο ότι ελάχιστοι φωτογράφοι δίνουν σήμερα σημασία στην εκτύπωση του έργου τους. Πρέπει όταν αυτό το τυπώσουν στην ιδανική κατά την άποψή τους διάσταση/τονικότητα/απόχρωση/υλικό να το υπογράψουν και αυτό και μόνον αυτό να προορίζεται για έκθεση (οπότε, αν και όταν…). Θυμίζω ότι υπάρχει και σχετική ευρωπαϊκή οδηγία που προβλέπει πολλά όσον αφορά την εμπορία, έκθεση και διάθεση των έργων τέχνης που λίγοι γνωρίζουν και τηρούν στο φωτογραφικό χώρο. Καταλαβαίνω επίσης πολύ καλά όσους διαβάζουν αυτές τις αράδες σήμερα και δεν έχουν ποτέ δει μία παλιά, καλοδουλεμένη, καλοτυπωμένη π.χ. ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός Μεγάλου φωτογράφου (Ηθελημένα προσπαθώ να αποφύγω τον όρο vintage…). Επίλογος: Το θέμα έχει πολλές προεκτάσεις κυρίως οικονομικές και λιγότερο σχετικές με την φύση της φωτογραφίας ως έργου τέχνης.







