André Kertész 1894-1985
1894: Γέννηση στη Βουδαπέστη
1912: Αγοράζει την πρώτη του φωτογραφική μηχανή
1925: Έρχεται στο Παρίσι. Συναντάει τον Brassaϊ
1927: Η πρώτη του έκθεση
1928: Αρχίζει να δουλεύει στο περιοδικό «Vu»
1936: Εγκαθίσταται στη Νέα Υόρκη
1975: Επίσημος προσκεκλημένος στις Διεθνείς Συναντήσεις Φωτογραφίας της Arles
1984: Προσφέρει όλα του τα αρνητικά στο Γαλλικό κράτος
1985: Πεθαίνει στη Νέα Υόρκη

ΠΑΡΙΣΙ, 14o ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ, ΘΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΜΟΥ, ΧΕΙΜ. 2009
Στη διάρκεια των πρώτων χρόνων μου στο Παρίσι ήμουν γοητευμένος από τις ταράτσες των πολυκατοικιών όπου περίμενα για ώρες να συμβεί κάτι για να απαθανατίσω την ‘‘αποφασιστική στιγμή’’ με τον τρόπο πιο πολύ του Κertesz παρά του Cartier-Bresson… Μετά από 15 χρόνια άρχισα να φωτογραφίζω το Παρίσι από το παράθυρό μου όπως το είχαν κάνει πολύ πιο πριν από μένα ο Kertész, o Ronis, o Herve και τόσοι άλλοι στην ιστορία της φωτογραφίας. Κι έτσι μου ήρθαν στο μυαλό οι φωτογραφίες του Kertész της Νέας Υόρκης όπως επίσης και τα γκράφιτι του Brassaϊ, όταν κάδραρα αυτό το μικρό, χιονισμένο κομμάτι πεζοδρομίου βλέποντας να διαμορφώνεται αυτή
η αφηρημένη σύνθεση, που μοιάζει τόσο πολύ με σχέδιο. !
Διατρέχοντας το τεράστιο έργο του Anrdé Kertész μένουμε εντυπωσιασμένοι τόσο από την ποικιλία του όσο και από την συνοχή του. Αυτός που πάντα ήθελε να διαφυλάξει την φρεσκάδα της «ερασιτεχνικής ματιάς» στις φωτογραφίες του, υπήρξε πατέρας μιας ολόκληρης γενιάς φωτογράφων, μεταξύ των οποίων o Brassaϊ και ο Cartier-Bresson. Ο τελευταίος, μάλιστα κάποια στιγμή πλέκοντας το εγκώμιό του, δήλωσε ότι: «Όλοι οφείλουμε κάτι στον Kertész!».
Γεννημένος στη Βουδαπέστη, ο Anrde Kertész έρχεται στο Παρίσι το 1925, σε ηλικία 31 ετών. Έχει ήδη πραγματοποιήσει αναρίθμητες λήψεις στη χώρα καταγωγής του, με απόλυτη ελευθερία, μακριά από τα αισθητικά δόγματα της εποχής. Στη γειτονιά του Montparnasse θα ξεκινήσει να φωτογραφίζει ότι τον περιβάλλει: τους φίλους του, τα ατελιέ των καλλιτεχνών, σκηνές δρόμου, προσόψεις κτιρίων του Παρισιού, τα πάρκα, τα καφέ… Χωρίς να το κάνει συστηματικά, χωρίς να τον διακρίνει η λογική της σειράς θα ενσωματώσει στις λήψεις του το αυστηρά γεωμετρικό και ακριβές στυλ του σε ό,τι φωτογραφίζει, προσδίδοντας μια αδιόρατη αίσθηση ευτυχίας στα πρόσωπα και στα θέματα που εστιάζει. Οι λήψεις του αποπνέουν ταυτόχρονα σεβασμό στο θέμα που απεικονίζουν χωρίς να παύουν να είναι βαθύτατα πρωτότυπες και ευρηματικές. Τα πορτραίτα του είναι καλοσυνάτα χωρίς να είναι καταδεκτικά, ψυχρά.
Οι σκηνές δρόμου που καταγράφει είναι ενδιαφέρουσες και λεπτεπίλεπτες χωρίς να γίνονται γραφικές, ανήθικες και προκλητικές. Οι νεκρές φύσεις και οι φωτογραφίες του εσωτερικών χώρων είναι πραγματικά έργα τέχνης όσον αφορά στη σύνθεσή τους, χωρίς να μετατρέπονται σε στείρες γραφιστικές συνθέσεις, κενές περιεχομένου. Τα «παραμορφωμένα» γυμνά του μοιάζουν με απίστευτα σουρεαλιστικά γλυπτά.
Μετά από 11 παραγωγικά χρόνια στο Παρίσι, ο Kertész θα φύγει για την Αμερική όπου θα πολιτογραφηθεί Αμερικανός το 1944. Θα συνεχίσει να φωτογραφίζει τακτικά, βγάζοντας πάρα πολλές φωτογραφίες γνωστές ως «λήψεις από το παράθυρο». Όμως διχασμένος ανάμεσα σε εμπορικές παραγγελίες που δεν τον κάνουν ευτυχισμένο και μια προσωπική δουλειά που δύσκολα συνάδει με το αμερικανικό «κλίμα» της εποχής, δεν θα ξαναβρεί (παρά κάποιες λίγες εξαιρέσεις) τον «πεφωτισμένο χρόνο» των ουγγαρέζικων και γαλλικών λήψεων, θυμίζοντάς μας κατ’ αυτόν τον τρόπο πόση ανάγκη έχει ένας καλλιτέχνης από την κατάλληλη ατμόσφαιρα για να εκφραστεί.
Αρμονία, ισορροπία
Ο Kertész ενσαρκώνει την ελεύθερη και χαρούμενη φωτογραφία.
Το βλέμμα του είναι ένα μάθημα ευφυούς ματιάς. Όλα περνούν από το μάτι.
Ένα μάτι «απόλυτο» όπως συνηθίζουμε να λέμε για τους μουσικούς ότι έχουν το απόλυτο αυτί. Τα λόγια περιττεύουν: «Βγάζω φωτογραφίες, αυτό είναι όλο» έλεγε πριν προσθέσει «Τα αγγλικά μου είναι χάλια, τα γαλλικά μου είναι χάλια. Η φωτογραφία είναι η μοναδική μου γλώσσα».
Σήμερα ακόμη, κάποιες φωτογραφίες του παραμένουν βαθιά χαραγμένες στη μνήμη μας. Αποτελούν μέρος του συλλογικού μας υποσυνείδητου. Σε ότι με αφορά, κάθε φορά που βλέπω ένα βάζο ή μια σκάλα σ’ έναν εσωτερικό χώρο, σκέφτομαι τη φωτογραφία του atelier του Mondrian. Πολύ σπάνια μια φωτογραφία υπήρξε τόσο δυνατή σε γραφιστικό επίπεδο. Συνθέτει υπέροχα το γεωμετρικό στυλ του διάσημου ζωγράφου με το λαμπρό βλέμμα του Kertész. Και φυσικά πώς να μην εντυπωσιασθεί κανείς από τη διάσημη πλέον φωτογραφία του πιρουνιού, την τόσο απλή και τετριμμένη αλλά τόσο πλουσιοπάροχα υποβλητική;
Χωρίς να ξεχάσουμε την μελαγχολική Νεοϋορκέζικη τουλίπα, που αντανακλά τόσο καλά την ψυχική του κατάσταση το 1939 ή το μισοφλουταρισμένο αυτοπορτραίτο του που διαμορφώνεται από ένα ημιδιαφανές γυαλί στη φωτογραφία του Martinique, του 1972.
Ο Kertész αποδεικνύει ότι το κάθε τι μπορεί να μετατραπεί σε «πραγματικό» φωτογραφικό θέμα όταν οι φωτιστικές, γεωμετρικές και «μυστηριώδεις» συνθήκες συνυπάρχουν. Ένα απλά α/μ βάζο, μας μαθαίνει να βρούμε αυτό το λεπτό σημείο ισορροπίας μεταξύ φόρμας και περιεχομένου.
Σε όλα τα είδη που έχει καταπιαστεί, έχει αποδείξει ότι είναι ένας απ’ τους λίγους δημιουργούς στην απόδοση της ατμόσφαιρας ενός τόπου. Ρίξτε μια ματιά στο διαδίκτυο, στο πέρασμα του τραίνου στις ράγες του Meudon, του 1928 ή στο «Dubo, dubon, Dubonnet» του Παρισιού το 1934…
Υπήρξε αναμφίβολα ένας εκ των προδρόμων της «street photography» με τις φωτογραφίες του από το αστικό ιστό να συνεχίζουν να επηρεάζουν ακόμα και σήμερα όλους όσους ασχολούνται με το είδος. Είναι ένας από τους πρωτοπόρους της εικόνας που με συντροφεύουν και που μου αρέσει να βυθίζομαι τακτικά στο μεγαλειώδες έργο του.
Βλέπω και ξαναβλέπω με ευχαρίστηση κάποια από τα στιγμιότυπά του στα οποία θέτει σε διάλογο μεταξύ τους τα διάφορα πλάνα. Μου αρέσει η ιδέα όπου το ντεκόρ της πόλης έχει τόσο ενδιαφέρον όσο και οι ανθρώπινες παρουσίες. Η αρμονία των αισθήσεων και η ισορροπία της φόρμας αποδίδουν μια ιστορική και αισθητική αξία στου περαστικούς τους οποίους έχει συλλάβει ο φακός ακριβώς στη σωστή στιγμή.
“Ο κόσμος στην πόρτα μου” Εκδόθηκε το 1994 από τις εκδόσεις De la Martinière. Μία οξυδερκής συλλογή φωτογραφιών του Strand που έβγαλε μετά την αναχώρησή του από την Αμερική, το 1950.

Mε αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Ιnfluences με τις φωτογραφικές επιρροές που δέχτηκε, ο εδώ και πολλά χρόνια τακτικός Γάλλος συνεργάτης μας Jean Christophe Béchet, μας προτείνει ένα οδοιπορικό μέσα από τα μονοπάτια της ιστορίας της φωτογραφίας.
Ο J.C.B. σταχυολόγησε 51 ονόματα γι’ αυτή τη σύντομη ιστορία της φωτογραφίας που είναι ταυτόχρονα πρακτική και αυτοβιογραφική. Έτσι θα σας προτείνουμε ανά τακτά διαστήματα και από ένα νέο κεφάλαιο αυτού του εξαίρετου βιβλίου ακολουθώντας την χρονολογική σειρά γέννησης των φωτογράφων.
Τ.Τζίμας







