Φωτ.: Η Kodak Autographic 3Α Special του 1916 ήταν η πρώτη φυσούνα με υποτυπώδες ζευγμένο τηλέμετρο. Συλλεκτική αξία: 30.000 δρχ.

Κάθε εποχή ανέδειξε συγκεκριμένα είδη φωτογραφικών μηχανών που αγαπήθηκαν και αγοράστηκαν σε μεγάλους αριθμούς, διαδίδοντας με τη σειρά τους τη φωτογραφική ιδέα σε ευρύτατα κοινωνικά στρώματα. Η αρχή του 20αιώνα χαρακτηρίστηκε από τις απλές μηχανές – κουτιά, τύπου box brownie: πολύ εύχρηστες και εύκολες στην εκμάθηση, στερούνταν όμως πολλών δυνατοτήτων. Για τους απαιτητικούς υπήρχαν οι field cameras, οι βαριές, δύσχρηστες και χρονοβόρες στο στήσιμο μηχανές μεγάλου φορμά με το φιλμ σε «πλάκες». Όμως η κλασσική εποχή της φωτογραφικής βιομηχανίας, στο πρώτο μισό του αιώνα και μάλιστα πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, προσδιορίζεται από ένα ακόμη στοιχείο: την ύπαρξη μεγάλου αριθμού κατασκευαστών που μπορεί να μην υπερέβαιναν το μέγεθος μιας σημερινής βιοτεχνίας αλλά διέθεταν ενθουσιασμό και δημιουργικές τάσεις. Στις πλάτες αυτών των πρωτοπόρων που όλοι τους ήταν ενθουσιώδεις φωτογράφοι στηρίχθηκε η τεχνολογική πρόοδος της εποχής. Η παρουσίαση του φιλμ ρολού έθεσε τα νέα δεδομένα. Η αρχή έγινε το 1901 με την Kodak No 3 Pocket που έπαιρνε φιλμ 118 σε φορμά 10x8cm και ακολούθησαν αρκετά μοντέλα. Το 1932, η γερμανική Zeiss, η μεγαλύτερη φωτογραφική βιομηχανία της εποχής, είχε στον κατάλογό της κατά το ήμισυ περίπου, πτυσσόμενες μηχανές μεσαίου φορμά, τις γνωστές φυσούνες.

Αν ενδιαφέρεστε να χρησιμοποιήσετε κάποια στιγμή την φυσούνα που πιθανά περιέλθει στα χέρια σας, ελέγξτε με προσοχή τον τύπο του φιλμ. Το φιλμ ρολό στην εποχή του παρουσιάστηκε υπό διάφορες μεταμφιέσεις που δεν επιζούν πλέον (116, 616, 117, 118, 199 και 129). Το 620 διαφέρει από το 120 μόνο στο καρούλι οπότε αρκεί να έχετε μερικά ανταλλακτικά ενώ είναι δυνατόν σε ξένες χώρες να βρείτε ακόμη ασπρόμαυρα 127. Οι περισσότερες φυσούνες δίνουν καρέ 6x6cm ή 6x9cm αν και υπάρχουν διαφοροποιήσεις όπως οι Linhof που προσέφεραν το «ιδανικό» φορμά 6x7cm ή άλλες με καρέ 3×4 σε φιλμ 127. Οι «κλασσικές» φυσούνες μεσαίου φορμά έχουν τη μορφή των Zeiss Ikonta με φακούς Νοvar ή Tessar και ποικιλία φωτοφρακτών από Telma. Klio ως Compur, Compur Rapid και Prontor SV. Στην φωτογραφία αρ. 2 απεικονίζεται μια από τις πρώτες Super Ikonta χωρίς πλήκτρο ενεργοποίησης του φωτοφράκτη στο σώμα της μηχανής.

Οι βασικές διαφορές του συγκεκριμένου μοντέλου από την προηγούμενη γενιά εντοπίζονται στην πολύ καλύτερη γκάμα ταχυτήτων (1 /250-1 sec.) και στην απόδοση του φακού Tessar. Ομως οι προπολεμικές εκδόσεις λόγω απουσίας πολλαπλής επίστρωσης και παράγουν εικόνες χαμηλότερου κοντράστ ενώ δεν λείπουν τα προβλήματα θάμβωσης σε κόντρα φως. Για την εστίαση υπάρχει τηλεμετρικό βοήθημα που περιστρέφεται για να έλθει σε θέση λειτουργίας μόλις η μηχανή «ξεδιπλωθεί». Το νετάρισμα του φακού σε συνδυασμό με το τηλέμετρο πραγματοποιείται μέσω μιας οδοντωτής κλίμακας που κινεί και τα δυο. Το καδράρισμα γινόταν με σκόπευτρο τύπου «γυμνού οφθαλμού» δηλ. ένα μεταλλικό παραλληλόγραμμο πλαίσιο που αναδιπλωνόταν πάνω στο σώμα της μηχανής. Δυστυχώς δεν υπήρχε μηχανισμός αποτροπής της διπλοέκθεσης και ο χρήστης έπρεπε, πολύ μεθοδικά, να παρακολουθεί την εκτύλιξη του φιλμ από το κόκκινο παραθυράκι στην πλάτη. Μετά τον πόλεμο, τα πράγματα άλλαξαν. Πολύ λιγότεροι κατασκευαστές έμειναν στο προσκήνιο, με βασικά ονόματα την Zeiss Ikon (μοντέλα Ikonta, Super Ikonta, Nettar), Voigtlander (Bessa, Perkeo), Agfa (Isofette και Super Isolette) Ensign (Selfix και Ranger). Τα μοντέλα και οι τιμές ποίκιλαν στην βάση κυρίως του ενσωματωμένου φακού που θα μπορούσε να είναι «απλός» τριών στοιχείων με φθηνό φωτοφράκτη ή «ποιοτικός» τεσσάρων στοιχείων με πιο εξελιγμένο κλείστρο. Τυπικό δείγμα της φυσούνας μεσαίου φορμά της δεκαετίας του ’50 είναι η Super Ikonta III/V με πιο συμπαγές, μικρότερων διαστάσεων σώμα από παλιά. Ο φακός είναι συνήθως εξαιρετικών επιδόσεων Tessar ενώ το τηλέμετρο ενσωματώνεται πλέον στο σώμα και βέβαια υπάρχει μηχανισμός αυτόματης όπλισης και αποφυγής διπλοέκθεσης, μαζί με μετρητή καρέ. Τι να επιλέξει ο φέρελπις συλλέκτης; Το πρωταρχικό ερώτημα που τίθεται αφορά την χρηστικότητα. Ο νέος ιδιοκτήτης θα χρησιμοποιήσει τη φυσούνα για λήψεις ή απλά θα την αφήσει στο ράφι, επιδεικνύοντάς την υπερήφανα; Σε κάθε περίπτωση, αν το συγκεκριμένο δείγμα βρίσκεται σε κατάσταση λειτουργίας, διαμορφώνει καλύτερη τιμή στην αγορά.


Ανάμεσα στις ακριβότερες φυσούνες μεσαίου φορμά στην κατηγορία της είναι η Super Ikonta του τέλους της δεκαετίας του ’50. με τιμή γύρω στις 100.000 δρχ. στην αγγλική συλλεκτική αγορά και 20-30% λιγότερο στη γερμανική. Τα πιο καλά οπτικά συναντάμε στη Voigllander Bessa II, Agfa Super Isolette. περιέργως την προπολεμική Ikonta Μ με φακό Novarf/3,5, τις Super Ikonta με Tessar και τις Ensign. Οπωσδήποτε χρειάζεται προσοχή στην κατάσταση της φυσούνας: Η πείρα δείχνει ότι πιο μακρόβιες έχουν αποδειχθεί οι κατασκευές της Zeiss. Οι φυσούνες μεσαίου φορμά απαντούν σε αφθονία σε όλες τις αγορές μεταχειρισμένων, ιδιαίτερα του εξωτερικού και θα ήταν κρίμα να να πληρώσετε παράλογες τιμές ενώ π.χ. στην Αγγλία στα παλαιοπωλεία του Portobello ή στο Jessop’s Classic μπορείτε να αρχίσετε τη συλλογή σας με κόστος γύρω στις 10.000-25.000 δρχ.
Αναδημοσίευση από τον Φωτογράφο Νο 48, Απρίλιος, 1996







